Σχέση καθηγητή και μαθητή – η αναγκαία μορφή σχέσης

Συχνά έχουμε χρησιμοποιήσει και μάλιστα με έναν καταχρηστικό τρόπο στα διάφορα παιδαγωγικά κείμενα την έκφραση σχέσεων δασκάλου-μαθητή και έχουμε περιγράψει αυτές τις σχέσεις με ένα γενικό τρόπο σαν να παρουσιάζονται πάντοτε με την ίδια μορφή. Αντίθετα, πιστεύω ότι αυτές οι σχέσεις δασκάλου-μαθητή ποικίλλουν ανάλογα με το ποιοι παράγοντες παρεμβαίνουν σε αυτή τη σχέση και εμφανίζονται σχεδόν πάντοτε με μία τριγωνική μορφή.

Δάσκαλος – μαθητής – γνώση. Αρχίζουμε την περιγραφή αυτών των τριγώνων της Εκπαίδευσης με το πρώτο τρίγωνο που είναι οι σχέσεις δάσκαλος-μαθητής-γνώση γενικά. Αυτή η σχέση θεωρείται ότι ισχύει από πολύ παλιά. Οι τύποι των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή ποικίλλουν σε συνάρτηση με την ίδια τη γνώση, τη σχέση του δασκάλου με τη γνώση και τη σχέση που θέλουμε να θεμελιώσουμε ανάμεσα στο μαθητή και στη γνώση.

Το έργο του ερευνητή — καθηγητή. Πριν ανακοινώσει αυτό που νομίζει πως έχει βρει, ένας ερευνητής πρέπει πρώτα – πρώτα να το καθορίσει · δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε, στο λαβύρινθο των διαλογισμών, αυτούς, που θα μπορούσαν να γίνουν μια καινούρια ενδιαφέρουσα γνώση για άλλους. Οι αποδείξεις που πετυχαίνει, σπάνια αναφέρονται στις εικασίες που εξετάζει. Πρέπει να επιχειρήσει μια ολοκληρωτική αναδιευθέτηση όλων των προγενέστερων ή καινούριων γειτονικών γνώσεων.

Πρέπει, επίσης, να εξαφανίσει όλες τις άχρηστες σκέψεις, τα ίχνη των λαθών που έγιναν και των αδιέξοδων διαδρομών. Πρέπει να κρύψει τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την κατεύθυνση και τις προσωπικές συνθήκες που οδήγησαν στην επιτυχία, να βάλει με επιδεξιότητα σε προβληματισμό, ακόμα, και τις αναμενόμενες ή συνηθισμένες παρατηρήσεις, αλλά να αποφύγει τις κοινοτοπίες. Πρέπει ακόμα να αναζητήσει την πιο γενική θεωρία στην οποία τα αποτελέσματα μένουν έγκυρα. Έτσι, ο παραγωγός της γνώσης απαλλάσσει τα αποτελέσματά της από το προσωπικό και το χρονικό στοιχείο, όσο περισσότερο του είναι δυνατό.

Αυτή η δουλειά είναι απαραίτητη, για να μπορεί ο αναγνώστης να γνωρίσει αυτά τα αποτελέσματα, να πεισθεί για το κύρος τους, χωρίς να ξαναδιατρέξει ο ίδιος την ίδια διαδρομή για την ανακάλυψή τους, βελτιώνοντας τις δυνατότητες που του προσφέρονται για τη χρησιμοποίησή της.

Η εργασία του μαθητή. Η διανοητική εργασία του μαθητή πρέπει να είναι συγκρίσιμη με αυτή την επιστημονική δραστηριότητα. Γνωρίζω τα Μαθηματικά, δεν είναι μόνο μαθαίνω ορισμούς και θεωρήματα, για να αναγνωρίζω την ευκαιρία να τα χρησιμοποιήσω και να τα εφαρμόσω. Ξέρουμε καλά πώς να κάνω Μαθηματικά σημαίνει πως ασχολούμαι με προβλήματα. Όμως, η λύση ενός προβλήματος δεν είναι παρά ένα μέρος μόνο της εργασίας. Το να βρω τις σωστές ερωτήσεις είναι το ίδιο σημαντικό, όπως το να βρω τις απαντήσεις τους. Μια καλή αναπαραγωγή από το μαθητή μιας επιστημονικής δραστηριότητας θα απαιτούσε να δράσει, να τυποποιήσει, να αποδείξει, να κατασκευάσει μοντέλα, γλώσσες, έννοιες, θεωρίες, που τις ανταλλάζει με τους άλλους, να αναγνωρίσει αυτές που είναι σύμφωνες με την πολιτιστική παράδοση, να δανειστεί αυτές που του είναι χρήσιμες κλπ.

Η εργασία του εκπαιδευτικού. Η εργασία του εκπαιδευτικού είναι σε κάποιο βαθμό το αντίστροφο της δουλειάς του ερευνητή. Πρέπει να παράγει μια επαναπλαισίωση και μια επαναπροσωποποίηση των γνώσεων. Αυτές θα αποτελέσουν τις γνώσεις ενός μαθητή, δηλαδή μια απάντηση αρκετά φυσική, κάτω από ειδικές σχετικά συνθήκες, απαραίτητες για να έχουν ένα νόημα γι’ αυτόν. Κάθε γνώση πρέπει να γεννιέται από την προσαρμογή σε μια ειδική κατάσταση, γιατί π.χ. οι πιθανότητες δε δημιουργούνται στο ίδιο είδος συνθηκών και στις ίδιες σχέσεις με το περιβάλλον, όπως αυτές στις οποίες επινοεί κανείς ή χρησιμοποιεί την αριθμητική ή την άλγεβρα.

Για να μπορέσουμε να γίνουμε παιδαγωγοί και σύμβουλοι των εφήβων θα πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να εγκαταστήσουμε μια γνήσια σχέση μαζί τους.

Δυστυχώς πολλές φορές η σχέση καθηγητή-μαθητή είναι μια ανεκμετάλλευτη σχέση. Ο μεγάλος αριθμός μαθητών μέσα στην τάξη, οι λίγες ώρες παραμονής των εκπαιδευτικών μέσα στο Σχολείο, ο φόρτος εργασίας (καθηγητών και μαθητών) κ.α. μπορεί να συμβάλλουν σ’ αυτό.

Για να έχουμε καλύτερη επικοινωνία τόσο με την ομάδα της τάξης όσο και με τον κάθε μαθητή ξεχωριστά πρέπει να γίνει πιο ουσιαστική σχέση μας μαζί τους. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν:

· Η σχέση μας είναι προσωπική. Κάθε μαθητής είναι ένας ξεχωριστός και μοναδικός κόσμος και έχει ανάγκη μια εξατομικευμένη προσέγγιση. Οι γενικεύσεις και οι αφορισμοί πρέπει να αποφεύγονται.

· Η καθοδήγησή μας ανταποκρίνεται (τις περισσότερες φορές) σε αίτημα δικό τους ή των οικογενειών τους. Η άκαιρη ή απρόσκλητη ή η δημόσια συμβουλή (π.χ. μέσα στην τάξη) μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα.

· Επιδεικνύουμε συμπάθεια και ευσπλαχνία προς όλους (κάθε επίδοσης, κάθε διαγωγής, κάθε φυλής, φύλου, κοινωνικής κατάστασης κ.α.).

· Είναι φυσικό κάποιους μαθητές να τους συμπαθούμε περισσότερο θα πρέπει αυτό να το δείχνουμε όσο το δυνατόν λιγότερο για να μην αποθαρρύνουμε και τους υπολοίπους.

· Ακόμη περισσότερο πρέπει να συγκρατούμε τα ακραία αισθήματα θυμού και απόρριψης σε κάποιους ζωηρούς ή χαμηλών επιδόσεων μαθητές.

· Τα παράπονά μας για τις επιδόσεις ή την συμπεριφορά ενός τμήματος δεν τα εκφράζουμε υποτιμώντας και αποδοκιμάζοντας ένα τμήμα. Υπάρχει κίνδυνος να υιοθετήσουν οι μαθητές ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά και την επίδοση την οποία εμείς ως «ειδικοί» εκφράζουμε. Άλλωστε ο ρόλος ο δικός μας είναι ακριβώς να διορθώσουμε όλα αυτά και όχι να τα παγιώσουμε.

· Τμήματα με μέτριους μαθητές τα επαινούμε συχνότερα (όταν διακρίνονται σε κάποιες εκδηλώσεις) ώστε να ρίχνουμε τους μαθητές τους στο φιλότιμο. Είναι κρίμα να χάνεται η ευκαιρία να πλησιάσουμε κάποιους μαθητές επειδή έχουμε υιοθετήσει άθελά μας κάποια στερεοτυπική αντίληψη για ένα τμήμα ή για κάποιους μαθητές.

· Στις χαμηλές επιδόσεις των μαθητών ενός τμήματος να αναλαμβάνουμε και τις προσωπικές μας ευθύνες. Άλλωστε οι γραπτές και οι προφορικές εξετάσεις δεν γίνονται μόνο για να αξιολογηθούν οι μαθητές. Αξιολογούμε και επαναπροσδιορίζουμε και εμείς οι εκπαιδευτικοί τον τρόπο παρουσίασης του μαθήματός μας αλλά και τον τρόπο που εξετάζουμε τους μαθητές.

Θα μπορούσε όμως ο κάθε εκπαιδευτικός να προσεγγίζει τον μαθητή του με τον ιδιαίτερο τρόπο που το ίδιο το παιδί αναζητά έτσι ώστε να μην τονίζεται καμία διαφορετικότητα και μειονεκτικότητα του. Είναι πολύ σημαντικό , σε αυτές τις άχαρες μέρες που βιώνουμε να πλησιάσουμε τους νέους μας και να προωθούμε την αίσθηση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης. Παρατηρείται, συχνά το φαινόμενο της απόρριψης κάθε θετικής στάσης και η ανασφάλεια κυριεύει το μαθητή εξ αιτίας της αστάθειας των status quo γύρω τους.

Η αναγκαία αυτή παρέμβαση στη σχέση μαθητών και καθηγητών θα οδηγήσει σίγουρα σε μια πιο ανακουφισμένη και σταθερή πορεία στη ζωή τους.

Μαίρη Ευθυμίου Σταυρινίδου

Advertisements